Διαλειμματική προπόνηση σε παιδιά

Αερόβια ικανότητα θεωρείται η ικανότητα παραγωγής έργου για μεγάλο χρονικό διάστημα με την επιστράτευση του αερόβιου μεταβολισμού και είναι συνώνυμη με την καρδιοαναπνευστική αντοχή. Οι βασικότεροι παράμετροι για την αξιολόγηση της αερόβιας ικανότητας είναι η μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου (VO2max), η ταχύτητα στο κατώφλι γαλακτικού και η δρομική οικονομία.
childrens

Η βελτίωση της αερόβιας ικανότητας απασχόλησε πολλούς ερευνητές καθώς είναι πολύ σημαντικός παράγοντας για την απόδοση σε δραστηριότητες οι οποίες έχουν διάρκεια μεγαλύτερη των 3 λεπτών. H βελτίωση της αερόβιας ικανότητας είναι σχετικά εύκολη σε αγύμναστα άτομα. Το πρόβλημα όμως εντοπίζεται όταν πρέπει να υπάρξει βελτίωση σε αθλητές με ένα ήδη πολύ καλό επίπεδο καρδιοαναπνευστικής αντοχής. Η προπόνηση σε εντάσεις  ανάμεσα 90-100% της μέγιστης αερόβιας ταχύτητας (ΜΑΤ) έχει βρεθεί ότι βελτιώνει την αερόβια ικανότητα σε ήδη γυμνασμένους αθλητές. Ωστόσο, άσκηση σε τόσο υψηλές εντάσεις μείωναν σημαντικά το χρόνο άσκησης των αθλητών λόγω της πρόωρης εξάντλησης. Η μέθοδος που επιτρέπει τον αθλητή να ασκείται σε υψηλές εντάσεις, έως και 140% της ΜΑΤ, είναι η διαλειμματική μέθοδος προπόνησης η οποία λόγω του διαλειμματικού της χαρακτήρα επιτρέπει την άσκηση σε πολύ υψηλή ένταση για περισσότερο συνολικά χρόνο συγκριτικά με τη συνεχόμενη μέθοδο. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι ερευνητές μελετούν την διαλειμματική μέθοδο προπόνησης και την επίδραση της σε διάφορες παραμέτρους της αερόβιας ικανότητας, ωστόσο λίγες είναι οι μελέτες που εξετάζουν την επίδραση αυτής της μεθόδου προπόνησης στην παιδική ηλικία.

Το 1999 ο Williams και συν. σύγκρινε την βελτίωση στην αερόβια απόδοση σε παιδιά μετά από μια προπονητική παρέμβαση 8 εβδομάδων κατα την οποία μία ομάδα προπονούταν με την συνεχόμενη μέθοδο (ΣΜ) και η άλλη ομάδα με την διαλειμματική μέθοδο (ΔΜ) 3 φορές την εβδομάδα. Αναλυτικότερα  η ομάδα ΣΜ έπαιρνε μέρος σε ένα 20’ πρόγραμμα στο κυκλοεργόμετρο με ένταση στο 80-85% της μέγιστης καρδιακής συχνότητας (ΜΚΣ) ενώ η ΔΜ ομάδα εκτελούσε 3 σπριντ των 10 δευτερολέπτων με 30’’ διάλειμμα και αμέσως μετά 3 σπριντ των 30’’ με 90’’ διάλειμμα ενδιάμεσα. Απο τα αποτελέσματα δεν φάνηκε να υπάρχει σημαντική διαφορά στην μέγιστη πρόσλησψη οξυγόνου καθώς επίσης  στον πνευμονικό αερισμό  στην καρδιακή συχνότητα αλλά και στις τιμές γαλακτικού όταν μετριόταν στην μέγιστη αερόβια ταχύτητα.

Την επίδραση της διαλειμματικής μεθόδου σε διάφορους παραμέτρους της αερόβιας ικανότητας εξέτασε ο Baquet και συν. το 2004. Πιο συγκεκριμένα, 46 αγόρια και 54  κορίτσια μ.ο. ηλικίας 11 ετών αποτέλεσαν  μία ομάδα ελέγχου και μία ομάδα παρέμβασης. Το δείγμα πήρε μέρος σε 5 τεστ πεδίου πριν και μετά το τέλος της παρέμβασης όπου αξιολογήθηκαν παράμετροι της αερόβιας ικανότητας. Το προπονητικό πρόγραμμα έιχε διάρκεια 7 εβδομάδες και συχνότητα 2 φορές την εβδομάδα. Οι ασκούμενοι εκτελούσαν δοκιμασίες των 10 και 20 δευτερολέπτων με ίσόχρονο διάλειμμα στο 100-130% της μέγιστης αερόβιας ταχύτητας (ΜΑΤ) και σύνολο το πρόγραμμα δεν ξεπερνούσε την μισή ώρα. Μετά το πέρας των 7 εβδομάδων και απο την επανεξέταση των αρχικών τεστ παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στη απόδοση στο παλίνδρομο τρέξιμο (5.4%) και στο άλμα από όρθια θέση (9.6%) κάτι που σημαίνει βελτίωση και της αερόβιας απόδοσης αλλά και της εκρηκτικής δύναμης.

Μία ακόμη παράμετρος που επηρεάζει την αερόβια ικανότητα είναι η αναπνευστική λειτουργία και προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε ο Nourry και συν. (2005) αφού μελέτησε αν υπάρχει βελτίωση αυτής. Το δείγμα αποτέλεσαν 9 παιδιά ηλικίας 11 ετών ενώ υπήρχε και μία ομάδα ελέγχου. Και οι δύο ομάδες πήραν μέρος σε δοκιμασίες αναπνευστικής λειτουργίας καθώς και σε ένα προοδευτικα αυξανόμενο τεστ στο εργοποδήλατο πριν και μετά το τέλος της παρέμβασης των 8 εβδομάδων. Η ομάδα άσκησης 2/εβδομάδα προπονούταν με την διαλειμματική μέθοδο προπόνησης για 30 λεπτά όπου σε εκείνο τον χρόνο εκτελούσε σπριντ διάρκειας 10 και 20 δευτερολέπτων με διάλειμμα ίσο με το ερέθισμα σε εντάσεις απο 100-130% της ΜΑΤ. Μετά το πέρας των 8 εβδομάδων βρέθηκε βελτίωση και στην ζωτική χωρητικότητα (4%) όπως επίσης και στην ποσότητα εξώθησης αέρα ανα δευτερόλεπτο, στον πνευμονικό αερισμό αλλά και στην μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου(4%).

Από την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας συμπαιρένουμε ότι η διαλειμματική άσκηση αποτελεί μια αποτελεσματική μέθοδο προπόνησης καθώς βελτιώνει τις καρδιοαναπνευστικές  και φυσιολογικές ανταποκρίσεις του οργανισμου αλλά είναι και μια ποιοτική μέθοδος αερόβιας άσκησης καθώς όπως φάνηκε απο τις παραπάνω μελέτες που εξέτασαν τις οξείες επιδράσεις αυτής της μορφής άσκησης οι ασκούμενοι είχαν αρκετό χρόνο άσκησης με κατανάλωση οξυγόνου σε υψηλά ποσοστά της VO2maxκαι της HRmax κάτι που σημαίνει ότι επιβάρυναν αρκετα τo καρδιοαναπνευστικό τους σύστημα οπότε η προπόνηση ήταν αποτελεσματική.

Άρης Γ. Μύρκος

Καθηγητής Φυσικής Αγωγής & Αθλητισμού

Υποψήφιος Διδάκτωρ Δ.Π.Θ.

Προπονητής Αθλητών Αντοχής

 

  1. Williams, C., Armstrong, N., & Powell, J.(2000). Aerobic responses of prepubertal boys to two modes of training. British journal of sport medicine. 34, 168-173.
  2. Baquet, G., Guinhoua, C., Dupont, G., Nourry, C., &Berthoin, S.(2004). Effects of a short interval training program on physical fitness in prepubertal children.Journal of strength and conditioning research. 18(4), 708-713.
  3. Nourry, C., Deruelle, F., Guinhoua, C., Baquet, G., Fabre, C., Bart, F., Berthoin, S., Mucci, P.(2005). High intensity intermittent running training improves pulmonary function and alters exercise breathing pattern in children.European journal of applied physiology. 95, 415-423
  4. Berthoin, S., Baquet, G., Dupont, G. & Van Praagh, E. (2006). Critical velocity during continuous and intermittent exercises in children. European journal of applied physiology. 98, 132-138
  5. Thevenet, D., Tardieu, M., Zouhal, H., Jacob, C., Adderrahman, B. & Prioux, J.(2007). Influence of exercise intensity on time spent at high percentage of maximal oxygen uptake during an intermittent session in young endurance trained athletes. European journal of applied physiology. 102, 19-26
  6. Gamelin, F.-X., Baquet, G., Berthoin, S., Thevenet, D., Nourry, C., Nottin, S. & Bosquet, L. (2009). Effect of high intensity intermitten training on heart rate variabillity in prepubescent children.European journal of applied physiology. 105, 731-738
  OK υπενθύμιση κωδικού μέλους
  OK
OK