Εισαγωγή: Σκοπός της μελέτης είναι να εξεταστεί η επίδραση της διάρκειας των επαναλήψεων στο χρόνο άσκησης με υψηλή κατανάλωση οξυγόνου και στη μεταβολή της οξυγόνωσης του μυός κατά την εκτέλεση αερόβιας διαλειμματικής άσκησης με και χωρίς εξίσωση του επιπέδου κόπωσης του ασκούμενου. Μέθοδος: Οκτώ ασκούμενοι (ηλικίας 21,2 ± 3,1 χρόνων) εκτέλεσαν δύο πρωτόκολλα διαλειμματικής άσκησης με ένταση στο 90% της μέγιστης αερόβιας ταχύτητας (ΜΑΤ). Στο πρώτο πρωτόκολλο, η κάθε επανάληψη είχε διάρκεια ίση με το 1/2 του χρόνου αντοχής στο 90% της ΜΑΤ (Π1/2), ενώ στο δεύτερο ίση με το 1/4 του χρόνου αντοχής στο 90% της ΜΑΤ (Π1/4). Και στα δύο πρωτόκολλα το διάλειμμα ήταν ίσο με τα 2/3 της διάρκειας των επαναλήψεων. Το Π1/4 σταματούσε όταν ο ασκούμενος δήλωνε στην υποκειμενική κλίμακα αντίληψης της κόπωσης (ΥΑΚ) τον αριθμό 17 (πολύ κουραστικό), ενώ το Π1/2 με την εξάντληση του ασκούμενου. Μετρήθηκαν και υπολογίστηκαν ο χρόνος άσκησης με κατανάλωση οξυγόνου >80, 90 και 95% της VO2max και με επίπεδα οξυγόνωσης του μυός και αποδέσμευσης οξυγόνου >70, 80 και 90% του μέγιστου (μέθοδος της εγγύς υπέρυθρης φασματοσκοπίας) έως ότου οι ασκούμενοι δήλωσαν ΥΑΚ 17 και έως την εξάντληση (Π1/2). Αποτελέσματα: Η ανάλυση με τη χρήση του t-test για ζευγαρωτές παρατηρήσεις έδειξε πως όταν τα δύο πρωτόκολλα ήταν εξισωμένα ως προς το επίπεδο κόπωσης αλλά όχι ως προς το χρόνο άσκησης, ο χρόνος άσκησης με κατανάλωση οξυγόνου >80% (p<0,05) και 95% (p=0,07) της VO2max ήταν περισσότερος στο Π1/4. Όταν το Π1/2 έφτανε στην εξάντληση, ο συνολικός χρόνος άσκησης δεν διέφερε μεταξύ των πρωτοκόλλων, ούτε και ο χρόνος άσκησης με κατανάλωση οξυγόνου >80, 90 και 95% της VO2max (p>0,05). Σε κάθε περίπτωση, τα δύο πρωτόκολλα δεν διέφεραν στα επίπεδα μεταβολής της οξυγόνωσης του μυός (p>0,05). Συμπεράσματα: Κατά την εκτέλεση αερόβιας διαλειμματικής άσκησης με υπομέγιστη ένταση, είναι προτιμότερη η εκτέλεση μικρής διάρκειας επαναλήψεων από ό,τι μεγαλύτερης διάρκειας, καθώς επιτυγχάνεται περισσότερος ή παρόμοιος χρόνος άσκησης με υψηλό ρυθμό κατανάλωσης οξυγόνου όταν τα δύο πρωτόκολλα εξισώνονται ως προς το επίπεδο κόπωσης ή ως προς το συνολικό χρόνο άσκησης, αντίστοιχα, χωρίς σε κάθε περίπτωση να διαφοροποιούνται και στο επίπεδο μεταβολής της οξυγόνωσης του μυός.