Σκοπός της μελέτης ήταν να συγκριθούν οι οξείες καρδιοαναπνευστικές αποκρίσεις κατά την εκτέλεση αερόβιας διαλειμματικής άσκησης πριν και μετά από την εφαρμογή δύο βραχυπρόθεσμων διαλειμματικών προγραμμάτων προπόνησης αντοχής διαφορετικής διάρκειας επαναλήψεων αλλά ίσου συνολικού χρόνου άσκησης. Είκοσι τέσσερις δρομείς ερασιτεχνικού επιπέδου (ηλικίας: 20,96±3,22 ετών) χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η πρώτη ομάδα (n=12) εκτελούσε αερόβια διαλειμματική άσκηση (ΔΙΑΛ½) με ένταση στο 90% της ΜΑΤ, διάρκεια επαναλήψεων το ½ του χρόνου αντοχής στο 90% της μέγιστης αερόβιας ταχύτητας (ΜΑΤ), διάλειμμα τα 2/3 της διάρκειας των επαναλήψεων, έως την εξάντληση. Η δεύτερη (n=12) ομάδα εκτελούσε αερόβια διαλειμματική άσκηση (ΔΙΑΛ¼), με ένταση στο 90% της ΜΑΤ, διάρκεια επαναλήψεων το ¼ του χρόνου αντοχής στο 90% της ΜΑΤ, διάλειμμα τα 2/3 της διάρκειας των επαναλήψεων και έως υπομέγιστα επίπεδα κόπωσης (υποκειμενική αντίληψη της κόπωσης 17/20). Και οι δύο ομάδες πραγματοποίησαν 3 προπονήσεις ανά εβδομάδα για 3 εβδομάδες. Στην αρχή και στο τέλος των προπονητικών προγραμμάτων μετρήθηκαν η μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου (VO2max), η ΜΑΤ καθώς και ο χρόνος άσκησης με κατανάλωση οξυγόνου >80, 90 και 95% της VO2max κατά την πραγματοποίηση μιας προπονητικής μονάδας διαλειμματικής άσκησης (ΠΜΔΑ) έως την εξάντληση με ένταση στο 90% της ΜΑΤ, διάρκεια επαναλήψεων το ½ του χρόνου αντοχής στο 90% της ΜΑΤ και διάλειμμα τα 2/3 της διάρκειας των επαναλήψεων. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως η VO2max δεν παρουσίασε βελτίωση με τα δύο προγράμματα προπόνησης (p>0,05), ενώ η ΜΑΤ βελτιώθηκε και στις δύο ομάδες (p<0,05). Ο συνολικός χρόνος άσκησης κατά την ΠΜΔΑ μειώθηκε μετά την εφαρμογή των δύο προγραμμάτων (p<0,05) αλλά δεν παρατηρήθηκαν μεταβολές (p>0,05) στο χρόνο άσκηση με κατανάλωση οξυγόνου >80, 90 και 95% της VO2max. Ωστόσο, όταν εξετάστηκε ο χρόνος άσκησης με κατανάλωση οξυγόνου >80, 90 και 95% της VO2max ως ποσοστό του συνολικού χρόνου άσκησης, βρέθηκε πως υπήρξε αύξηση (p<0.05) του χρόνου >80% της VO2max. Συμπερασματικά, ο χρόνος με υψηλή κατανάλωση οξυγόνου κατά την εκτέλεση διαλειμματικής άσκησης δεν μεταβάλλεται μετά από την εφαρμογή βραχυπρόθεσμης διάρκειας αερόβιας προπόνησης παρά τη μείωση του συνολικού χρόνου υποδηλώνοντας μια βελτίωση της λειτουργικότητας του συστήματος μεταφοράς και κατανάλωσης οξυγόνου. Η διάρκεια των επαναλήψεων κατά τη διαλειμματική προπόνηση δεν φαίνεται να επιδρά στην παραπάνω προσαρμογή.