Σκοπός της μελέτης ήταν η σύγκριση δύο διαλειμματικών προγραμμάτων προπόνησης ίσου συνολικού χρόνου άσκησης με διαφορετική διάρκεια επαναλήψεων και εσωτερικής επιβάρυνσης, στις άμεσες και μακροχρόνιες προσαρμογές σε παραμέτρους της αερόβιας απόδοσης. Είκοσι έξι ασκούμενοι (ηλικίας 20,9 2,3 χρονών), χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Στη μία ομάδα εκτελούσαν διαλειμματική άσκηση με διάρκεια επαναλήψεων ίση με το 1⁄4 του ατομικού χρόνου αντοχής στο 90% της μέγιστης αερόβιας ταχύτητας (ΜΑΤ) και ένταση στο 90% της ΜΑΤ, έως ότου υποδείκνυαν στην κλίμακα υποκειμενικής αντίληψης κόπωσης τον αριθμό 17/20 (ΔΠ17). Στην έτερη ομάδα, εκτελούσαν διαλειμματική άσκηση έως την εξάντληση, με διάρκεια επαναλήψεων ίση με το 1⁄2 του χρόνου αντοχής στο 90% της ΜΑΤ, ένταση στο 90% της ΜΑΤ(ΔΠ20). Το διάλειιμα και στις δύο ομάδες ΄ταν παθητικό, με διάρκεια 2/3 της διάρκειας των επαναλήψεων κατά την άσκηση. Η κάθε ομάδα εκτελούσε 3 προπονήσεις την εβδομάδα για 6 εβδομάδες. Στην έναρξη και στο τέλος της προπονητικής παρέμβασης μετρήθηκαν η ΜΑΤ, η VO2max, η κατανάλωση οξυγόνου, η καρδιακή συχνότητα και η ταχύτητα στο 1ο και 2ο κατώφλι γαλακτικού (ΚΓ1 και ΚΓ2), η κρίσιμη ταχύτητα, η δρομική οικονομία και ο χρόνος αντοχής στο 90, 100 και 110% της ΜΑΤ. Κατά την εκτέλεση της πρώτης προπόνησης, ο χρόνος άσκησης με κατανάλωση οξυγόνου υψηλότερη από το 80, 90 και 95% της VO2max ήταν παρόμοιος (p>0,05) στις δύο ομάδες. Και με τα δύο προγράμματα παρατηρήθηκε σημαντική βελτίωση (p< 0,05) στη MAT, στην κρίσιμη ταχύτητα, και στην ταχύτητα στο ΚΓ1 και ΚΓ2. Η VO2max βελτιώθηκε (p0,05) μεταξύ των δύο ομάδων. Ο χρόνος αντοχής κατά την άσκηση στο 80, 90 και 110% της ΜΑΤ μειώθηκε μετά από 6 εβδομάδες προπόνησης (p80, 90 & 95% της VO2max κατά την εκτέλεση της πρώτης προπόνησης, η VO2max βελτιώθηκε μόνο με το πρωτόκολλο ΔΠ17. Η μεγαλύτερη εσωτερική επιβάρυνση (άσκηση έως την εξάντληση) δεν επιφέρει καλύτερες μακροχρόνιες προσαρμογές στην αερόβια απόδοση και πιθανά προκαλεί συσσωρευμένη κόπωση σε μέτρια προπονημένους αθλητές έναντι της εκτέλεσης άσκησης έως υπομέγιστα επίπεδα κόπωσης (17/20).