Σκοπός της έρευνας ήταν να εξεταστούν οι προσαρμογές στο χρόνο άσκησης με υψηλή κατανάλωση οξυγόνου κατά την εκτέλεση αερόβιας διαλειμματικής άσκησης πριν και μετά από την εφαρμογή ενός βραχυπρόθεσμου προγράμματος αερόβιας προπόνησης. Εννέα ασκούμενοι (4 αγόρια και 5 κορίτσια, ηλικίας 22,3±3,2 ετών) εκτέλεσαν τρεις φορές την εβδομάδα, για έξι εβδομάδες, ένα πρόγραμμα διαλειμματικής προπόνησης που περιλάμβανε τρέξιμο με ένταση στο 90% της μέγιστης αερόβιας ταχύτητας, διάρκεια επαναλήψεων ίση με το 1/4 του χρόνου αντοχής στο 90% της ΜΑΤ, η διάρκεια του διαλείμματος ίση με τα 2/3 της διάρκειας των επαναλήψεων και εκτέλεση τόσων επαναλήψεων έως την επίτευξη δείκτη υποκειμενικής αντίληψης της κόπωσης 17 (ΥΑΚ 17). Η πρώτη και η τελευταία προπόνηση εκτελέστηκαν με την ίδια απόλυτη ταχύτητα και κατά τη διάρκεια αυτών μετρήθηκε η κατανάλωση οξυγόνου. Υπολογίστηκε ο χρόνος άσκησης με κατανάλωση οξυγόνου >80, 90 και 95% της αρχικής και της τελικής VO2max τόσο για όλη τη διάρκεια άσκησης όσο και για ίσο χρόνο άσκησης μεταξύ των δύο προπονήσεων. Η ανάλυση των δεδομένων έδειξε πως η μέγιστη αερόβια ταχύτητα (ΜΑΤ) και η VO2max αυξήθηκαν (p<0,05) με το πρόγραμμα προπόνησης. Ο χρόνος άσκησης με τρέξιμο στην ίδια ταχύτητα, ο οποίος αντιστοιχούσε στο 90,1±0,2 και στο 83,3±2,5% της αρχικής και της τελικής ΜΑΤ, αντίστοιχα, έως την εκδήλωση παρόμοιου επιπέδου κόπωσης (ΥΑΚ 17), παρουσίασε αύξηση (p=0,01). Όταν τα δεδομένα κατανάλωσης οξυγόνου κατά την πρώτη και την τελευταία προπόνηση αναλύθηκαν για ίσο χρόνο άσκησης, ο χρόνος άσκησης με κατανάλωση οξυγόνου υψηλότερη του 80, 90 και 95% είτε της αρχικής είτε της τελικής VO2max ήταν μικρότερος (p<0,05) στην τελευταία προπόνηση έναντι της πρώτης προπόνησης. Όταν τα δεδομένα κατανάλωσης οξυγόνου κατά την πρώτη και την τελευταία προπόνηση αναλύθηκαν για όλη τη διάρκεια άσκησης, ο χρόνος άσκησης με κατανάλωση οξυγόνου υψηλότερη του 90 και 95% τόσο της αρχικής όσο και της τελικής VO2max δεν παρουσίασε σημαντικές διαφορές (p>0,05) μεταξύ των δύο προπονήσεων. Τα παραπάνω δείχνουν πως όταν αερόβια διαλειμματική άσκησης εκτελείται σε πολύ υψηλές εντάσεις, η αύξηση του χρόνου άσκησης μπορεί να αντισταθμίσει τις προσαρμογές που επέρχονται με ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα αερόβιας προπόνησης και με τη χρήση της ίδιας απόλυτης ταχύτητας μπορεί να επιβαρυνθεί στον ίδιο βαθμό το σύστημα μεταφοράς και κατανάλωσης οξυγόνου.